Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Μια συνηθισμένη ιστορία τη Μεγάλη Εβδομάδα


Βρισκόμουν στο σούπερ μάρκετ. 
Είχα ψωνίσει και στεκόμουν στην ουρά για το ταμείο. 
Κάπου μπροστά μου ήταν ένας νέος άντρας με ένα πολύ μικρό αγοράκι. 
Το αγοράκι έκλαιγε. 
Δεν έδωσα σημασία, συμβαίνουν αυτά... 
Μια κυρία με προσπέρασε για να φτάσει στον άντρα. 
Του έδωσε μια σοκολάτα. 
Εκείνος γύρισε, την κοίταξε χαμογελώντας αμήχανα, την ευχαρίστησε και της ευχήθηκε καλό Πάσχα. 
Τα έχασα.... 
Ρώτησα την κυρία τι συμβαίνει. 
Συνειδητοποίησα πως ο άντρας είχε ψωνίσει μόνο δυο πράγματα. 
Κάτι μου εξήγησε η καλή κυρία. 
Ετρεξα και άρπαξα ένα τσουρέκι να του δώσω...... 
Εχε φύγει. 
Δεν ήταν ζητιάνος. 
Ηταν ένας πατέρας που δεν είχε χρήματα να πάρει κάτι, ένα πραγματάκι Πασχαλιάτικα στο παιδί του. 
Οταν του έδωσαν τη σοκολάτα είχε ήδη πληρώσει για τα δυο πράγματα που αγόρασε και έφυγε σαν κυνηγημένος. 
Δεν τον πρόλαβα. 
Ισως να μην ήθελε να του δώσουν κι άλλα...... 
Μου έκανε εντύπωση η ευγένεια του και η ντροπή που φάνηκε πως ένιωσε. 
Ο τρόπος που έφυγε σχεδόν τρέχοντας.... 
Να μη δεχτεί άλλη ελεημοσύνη. 
Αισθάνθηκα τόσο άσχημα μπροστά στο γεμάτο μου καλάθι. 
Δε μπορούσα να κάνω τίποτα για κείνον. 
Η κυρία που είδε την απόγνωση μου, μου είπε: μη στενοχωριέσαι, θα βρεθούν άλλοι να βοηθήσεις........ 
Τι μπορούσα να κάνω; 
Δε μπορούσα να βοηθήσω ούτε έναν άνθρωπο.... 
Κοίταζα το γεμάτο καλάθι μου...ντρεπόμουν...... 

Θα βρεθούν άλλοι είπε η κυρία...... 
Δυστυχώς.....