Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Μονόπολη


Ητανε μια φορά κι έναν καιρό δυο παιδάκια.
Παίζανε τους πρωθυπουργούς μιας κακόμοιρης χώρας.
Πηγαίνανε σε άλλες χώρες και την κατηγορούσαν, παίρνανε λεφτά απ' το ταμείο της και οι καημένοι οι κάτοικοι πεινούσαν και φωνάζανε.
Ο,τι και να έκαναν όμως οι κάτοικοι τίποτα δεν άλλαζε.
Τα παιδάκια που παίζανε τους πρωθυπουργούς, εναλλάξ, περνούσαν πολύ καλά και δεν είχαν σκοπό να αλλάξουν παιχνίδι.
Καμιά φορά βαριόταν ο ένας και άφηνε τον άλλον να παριστάνει τον πρωθυπουργό, μια φορά είχε έρθει και ένας μεγάλος που τον φοβόντουσαν και τον άφησαν να παίξει και εκείνος για λίγο.
Η χώρα πήγαινε απ' το κακό στο χειρότερο, παίρναν δάνεια, το ένα μετά το άλλο και για τον κόσμο αδιαφορούσαν εντελώς.
Τι τους ένοιαζε άλλωστε?
Εκείνοι έπαιζαν το παιχνίδι τους, περνούσαν καλά, γιατί να ασχοληθούν με τον κόσμο?
Μέχρι που ήρθε κάποια στιγμή και το παιχνίδι τους, αυτό που έμοιαζε με μονόπολη, έγινε αληθινό!
Τα αγροκτήματα που αγόραζαν και πουλούσαν, η ρουλέτα που έπαιζαν, οι άνθρωποι που κυβερνούσαν όλα σαν από θαύμα έγιναν αληθινά.
Στα παιδάκια φυσικά δεν άρεσε αυτό γιατί άλλο να παίζουν και άλλο να έχουν πραγματικές ευθύνες και υποχρεώσεις.
Ασε που ο κόσμος είχε αρχίσει να αντιδρά γιατί πεινούσε!
Αρχισαν τότε να δίνουν την πρωθυπουργία ο ένας στον άλλον πιο συχνά, γιατί δεν ήταν ευχάριστο πια και είχε δουλειές που βαριόντουσαν να κάνουν.
Σκέφτηκαν αντί να παίζουν οι δυο τους να φωνάξουν και άλλους να βοηθήσουν.
Χωρίστηκαν σε δυο ομάδες και συνέχισαν το παιχνίδι που έμοιαζε με μονόπολη.
Μόνο που οι άνθρωποι που 'κυβερνούσαν' ήταν αληθινοί και πεινούσαν!
Ξεσηκωνόντουσαν οι άνθρωποι και δημιουργούσαν φασαρίες και το παιχνίδι δεν το χαιρόντουσαν πλέον.
Αρχισαν να χρησιμοποιούν τους βοηθούς τους κάθε φορά που είχαν προβλήματα αλλά εκείνοι (οι βοηθοί) φερόντουσαν άσχημα στον κόσμο ο οποίος ήταν ούτως ή άλλως σε κακό χάλι.
Τα παιδάκια δεν νοιάζονταν για την κατάσταση μόνο προσπαθούσαν να περάσουν καλά με το 'παιχνίδι' που είχε πάψει πλέον να είναι και τόσο διασκεδαστικό.
Μια μέρα, λοιπόν, οι άνθρωποι που από την αρχή δεν περνούσαν καλά γιατί τους χρησιμοποιούσαν τα παιδάκια και οι βοηθοί τους για να γελάνε, ξεσηκώθηκαν!
Ξεσηκώθηκαν και άρχισαν τις μεγάλες φασαρίες γιατί δεν άντεχαν άλλο!
Αρχισαν μια να ζητάνε φαγητό, να θέλουν να παίξουνε και αυτοί, να διασκεδάσουν λίγο.
Οταν είδαν ότι τα παιδάκια και οι βοηθοί τους δεν τους άφηναν άρχισαν να κάνουν ζημιές!
Ξεκίνησαν από μικρές ζημιές και έφτασαν σε μεγάλες.
Δεν ήθελαν να είναι πιόνια στη μονόπολη, ήθελαν να περνάνε καλά και αυτοί.
Ετσι μετά από λίγο καιρό οργανώθηκαν και αυτοί ενάντια στα παιδιά!
Το παιχνίδι δεν ήταν καθόλου διασκεδαστικό, γιατί τα παιδάκια δεν χαιρόντουσαν πια και ο κόσμος πεινούσε πολύ.
Ετσι οι άνθρωποι άρχισαν να χαλάνε το παιχνίδι των παιδιών και τα παιδιά να θυμώνουν.
Ξεκίνησε ένας πόλεμος ανάμεσα στα παιδιά και τον κόσμο.
Ο πόλεμος σε πολύ λίγο έγινε πραγματικός.
Ο πεινασμένος κόσμος ήθελε φαγητό και απαιτούσε από τα παιδάκια να του το βρούνε.
Τα παιδάκια τρομοκρατήθηκαν και έτρεξαν σε κάτι συγγενείς να ζητήσουν βοήθεια.
Ζήτησαν βοήθεια και από ξένους, δανείστηκαν στην πραγματικότητα πια αλλά δεν ήξεραν πως να χρησιμοποιήσουν τα δάνεια.
Μπερδεύτηκαν πολύ, είχαν και το άγχος του κόσμου που ήταν έτοιμος να ορμήξει και τα έκαναν θάλασσα!
Οι πεινασμένοι άνθρωποι τότε όρμηξαν και πήραν από τα παιδάκια ότι είχαν και δεν είχαν.
Δεν τους έφτασαν όμως, δεν ήξεραν και πως να κάνουν εκείνοι τη δουλειά του πρωθυπουργού και στο τέλος δεν ήταν κανένας ευχαριστημένος.
Τα έκαναν και όλα ρημαδιό!
Οι συγγενείς που είχαν βοηθήσει κάποια στιγμή τα παιδάκια αποφάσισαν τότε να σβήσουν τη χώρα από το χάρτη γιατί δεν είχε σωτηρία.
Ετσι τελειώνει το παραμύθι αυτό.
Οταν τα παιδάκια προσπαθούν να παίξουν παιχνίδια μεγάλων και είναι και άνθρωποι ανακατεμένοι, το τέλος δεν είναι καθόλου καλό!
Μπερδεύονται όλοι, οι δουλειές δε γίνονται σωστά και η κατάληξη είναι πολύ κακή....





H. Jackson Brown,Jr.


Οι άνθρωποι, ψάχνοντας την ευτυχία και την ολοκλήρωση, παίρνουν διαφορετικούς δρόμους.
Επειδή δεν ακολουθούν το δρόμο που ακολουθείς εσύ, δεν σημαίνει ότι έχουν χαθεί.
 
H. Jackson Brown, Jr.,     Αμερικανός συγγραφέας αυτοβοήθειας  

Το δίλημμα


Καμιά φορά δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα.
Ξέρεις εκ των προτέρων πως ένα καφεδάκι θα πιεις και τέρμα.
Δε θέλεις να χάσεις το χρόνο σου με εφήμερες σχέσεις οπότε δε θα ξεκινήσεις τίποτα.
Τότε γιατί πας?
Γιατί στην Ελλάδα οι γυναίκες πρέπει να είναι νεώτερες από τους άντρες?
Ακόμα και όταν η διαφορά είναι μόνο στα χαρτιά!
Γιατί μερικοί άντρες μας 'τραβάνε' παρόλο που ξέρουμε ότι δε υπάρχει μέλλον?
Ακόμα και εκείνες τις εποχές της ζωής σου, που εσύ δεν έχεις την πολυτέλεια του χρόνου, να κάνεις σχέσεις για να περάσεις καλά λίγους μήνες.
Οχι πως το να περνάμε καλά πειράζει!
Το αντίθετο.
Δε σου φτάνουν όμως οι λίγοι μήνες.
Οσο νέα και να νιώθεις, όσο νέα και να δείχνεις.
Δυστυχώς στην Ελλάδα οι άντρες πρέπει να είναι μεγαλύτεροι, είναι θεσμός.
Οι ΜΗ Ελληνες δεν το έχουν αυτό!
Για τους ξένους, το σημαντικό είναι να ταιριάζετε.
Για τους περισσότερους δηλαδή.
Δεν είναι αδικία αυτό?
Να σε τραβάει τόσο, κάποιος νεώτερός σου, να περνάς καλά μαζί του, αλλά να ξέρεις πως η σχέση αυτή δε θα κρατήσει.
Ακόμα κι όταν ξέρεις καλά, από τα ζευγάρια γύρω σου, ότι ο άντρας όταν δεσμευτεί αφήνεται....
Κάνει κοιλιά, πέφτουν τα μαλλιά του,δείχνει πάντα,αυτό είναι αξίωμα, μεγαλύτερος από την ηλικία του και πολλές φορές μεγαλύτερός σου, ακόμα και αν τα χαρτιά δείχνουν εσένα πιο μεγάλη!
Γιατί να πας λοιπόν για αυτόν τον καφέ?
Μήπως δείχνει μαζοχισμό? Μήπως πρέπει να το κοιτάξεις?
Υπάρχει όμως και λογική εξήγηση.
Από μια ηλικία και μετά οι γυναίκες που ζητάνε σύντροφο, είναι χαμένες από χέρι.
Οι περισσότεροι είναι παντρεμένοι, οπότε δε μετράνε.
Μια μεγάλη κατηγορία είναι gay.
Ενας άλλος ΠΟΛΥ μεγάλος αριθμός είναι βλάκες!
Καλά παιδιά αλλά βλάκες και δε μου αρέσει που χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη για να τους χαρακτηρίσω αλλά δεν βρίσκω άλλη.
Δεν μπορείς να κάνεις μια συζήτηση μαζί τους.
Αν υπολογίσεις σ' αυτούς που μένουν πόσοι είναι ναρκομανείς(δεν αστειεύομαι), μαμάκηδες ή παθαίνουν αλλεργία στην ιδέα της δέσμευσης και τελευταία μεγάλη κατηγορία εκείνοι με τους οποίους δεν έχεις τίποτα, αλλά τίποτα κοινό! Αν εσένα σου αρέσει η θάλασσα, εκείνου αρέσει το βουνό, εσύ αγαπάς το διάβασμα, εκείνος αποβλακώνεται με οτιδήποτε παίζει η τηλεόραση, εσύ ακούς κλασσική μουσική και εκείνος θέλει κάθε Σάββατο να πηγαίνετε στα μπουζούκια...και πάει λέγοντας...
Τι μένει λοιπόν?
Κάποιοι χήροι καμιά εικοσαριά χρόνια μεγαλύτεροι.
Αυτοί σε βλέπουν σα λουκουμάκι......Εσύ σκέφτεσαι τις παραξενιές που θα έχουν.
Φτάνεις λοιπόν στο δίλημμα.
Θα κάνεις μια σχέση με κάποιον πολύ ή λίγο μικρότερο ή θα μείνεις μόνη?.....